αὐτοκέλευθος

αὐτο-κέλευθος, ον,
A going one's own road, Tryph.314, AP9.362.5, Nonn.D.6.369: neut. pl. as Adv., ib.21.167.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοκέλευθος — αὐτοκέλευθος, ον (Α) αυτός που ακολουθεί δικό του δρόμο …   Dictionary of Greek

  • αὐτοκέλευθος — going one s own road masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκέλευθον — αὐτοκέλευθος going one s own road masc/fem acc sg αὐτοκέλευθος going one s own road neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκέλευθα — αὐτοκέλευθος going one s own road neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κέλευθος — κέλευθος, ἡ, ο πληθ. και κέλευθα, τὰ (Α) 1. δρόμος, οδός, ατραπός 2. πορεία, οδοιπορία, ταξίδι σε στεριά ή θάλασσα 3. μτφ. ο ανοιχτός δρόμος ενέργειας, ο τρόπος πράξης («ἔργων κέλευθον ἄν καθαράν», Πίνδ.) 4. μακρινό ταξίδι, μεγάλη απόσταση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.